Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Ντεγκά ήθελε να κατανοεί τα σώματα κάτω από τα ρούχα πριν τους τα φορέσει. Οι γυναίκες που απεικονίζει δεν έχουν πάντοτε κάποια ιδιαίτερη χάρη, αλλά την αμηχανία της πραγματικής ζωής. Σχεδόν πάντα είναι γυρισμένες με την πλάτη προς εμάς με αποτέλεσμα τα πρόσωπα τους, οι ταυτότητές τους, να παραμένουν μυστήριες και ιδιωτικές.
Το ενδιαφέρον του για το μοτίβο του γυμνού που εισέρχεται στο νερό φαίνεται να ξεκινά ήδη από τα χρόνια της μαθητείας του, όταν αντέγραψε τη φιγούρα ενός άνδρα που σκύβει πάνω από μια όχθη ποταμού από γκραβούρα έργου του Μικελάντζελο του Μαρκαντόνιο Ραϊμόντι.
Αυτό είναι ένα από τα επτά παστέλ με τα οποία ο Ντεγκά επιχειρεί μια μοντέρνα απόδοση του θέματος. Η γυναίκα, τα χέρια και τα πόδια της διατεταμένα επισφαλώς πάνω από μια μπανιέρα ψευδαργύρου, ενσαρκώνει δυναμικά τον συνδιασμό σωματικής αδεξιότητας και αισθησιακότητας που χαρακτηρίζει τις απεικονίσεις λουόμενων του καλλιτέχνη.